Η ακρίβεια στην Ελλάδα και η "κακοκαιρία" ...

Στην Ελλάδα έχουμε μάθει να μιλάμε για την ακρίβεια σαν να είναι κάποιου είδους κακοκαιρία. Σαν ένα φυσικό φαινόμενο που μας έρχεται «απ’ έξω» – φταίει ο πόλεμος, φταίει η ενεργειακή κρίση, φταίει ο παγκόσμιος πληθωρισμός. Όμως, αν είμαστε ειλικρινείς, ένα μεγάλο μέρος της ακρίβειας που ζούμε είναι καθαρά ελληνικής παραγωγής. Δεν γεννιέται στις διεθνείς αγορές, αλλά στον τρόπο που είναι στημένη η ίδια μας η οικονομία.


​Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι όλα γύρω μας είναι ακριβά. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι σε ολοένα και περισσότερους τομείς, ο ανταγωνισμός έχει πάει περίπατο. Κι όταν δεν υπάρχει ανταγωνισμός, η αγορά σταματά να δουλεύει για τον κόσμο και δουλεύει μόνο για την τσέπη ελάχιστων.
​1. Από την ελεύθερη αγορά, στο παιχνίδι των «λίγων»
​Στην Ελλάδα δεν θα βρεις εύκολα τα κλασικά, ξεκάθαρα μονοπώλια. Έχουμε κάτι άλλο, ίσως πιο ύπουλο: τα ολιγοπώλια.
​Σκέψου τους πιο κρίσιμους τομείς της καθημερινότητάς μας: τράπεζες, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, σούπερ μάρκετ, ακτοπλοΐα, ιδιωτική υγεία. Παντού το παιχνίδι ελέγχεται από μετρημένους στα δάχτυλα μεγάλους παίκτες. Αυτό δεν είναι απλώς μια διαπίστωση στα χαρτιά· είναι μια σκληρή πραγματικότητα για την κοινωνία. Όταν οι επιλογές σου λιγοστεύουν, χάνεις τη μοναδική δύναμη που έχεις ως καταναλωτής: το δικαίωμα να πεις «δεν μου αρέσει, φεύγω και πάω αλλού».
​Η δεκαετής κρίση που περάσαμε έκανε την κατάσταση πολύ χειρότερη. Χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις λύγισαν, έκλεισαν ή απορροφήθηκαν από τους ισχυρούς. Η αγορά υποτίθεται «εξυγιάνθηκε», αλλά μαζί με τα ξερά κάηκαν και τα χλωρά: χάθηκε η εναλλακτική.
​Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι οι τράπεζες. Εκεί που κάποτε είχαμε δεκάδες επιλογές, σήμερα έχουμε ουσιαστικά τέσσερις μεγάλους συστημικούς πυλώνες που ελέγχουν τα πάντα. Μας είπαν τότε ότι αυτό ήταν απαραίτητο για να σωθεί το σύστημα και να υπάρξει σταθερότητα. Ίσως και να ήταν. Αλλά αυτή η σταθερότητα είχε ένα τεράστιο τίμημα, το οποίο πληρώνουμε τώρα: μια αγορά χωρίς πραγματικό ανταγωνισμό.
​2. Το μεγάλο παράδοξο
​Στα λόγια, η Ελλάδα λατρεύει την ελεύθερη αγορά. Στην πράξη, όμως, έχει φτιάξει μια οικονομία όπου η πόρτα είναι ανοιχτή μόνο για λίγους εκλεκτούς.
​Οι μεγάλοι όμιλοι δεν χρειάζονται καν ειδικούς νόμους για να προστατευτούν από τους νέους ανταγωνιστές. Τους προστατεύει το ίδιο το ελληνικό σύστημα:
​Ατελείωτη γραφειοκρατία.
​Δικαιοσύνη που αργεί χρόνια να βγάλει άκρη.
​Ένας λαβύρινθος από άδειες και υπογραφές.
​Πανάκριβες υποδομές.
​Οι μεγάλοι παίκτες έχουν τις στρατιές των δικηγόρων και τα κεφάλαια για να αντέξουν αυτόν τον παραλογισμό. Ένας νέος, αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας όμως, θα εξαντληθεί και θα τα παρατήσει πριν καν προλάβει να ξεκινήσει. Έτσι, στα χαρτιά ο καθένας μπορεί να ανοίξει μια επιχείρηση, αλλά στην πράξη ελάχιστοι μπορούν να επιβιώσουν. Αυτό δεν είναι ελεύθερη οικονομία· είναι ένα κλειστό κλαμπ.
​3. Όταν οι τιμές παίρνουν την ανηφόρα (και δεν ξανακατεβαίνουν)
​Ο πραγματικός κίνδυνος με αυτά τα ολιγοπώλια δεν είναι απλώς ότι οι εταιρείες είναι πανίσχυρες, αλλά ότι ο καταναλωτής είναι εντελώς ανίσχυρος.
​Όταν οι παίκτες είναι λίγοι, δεν χρειάζεται καν να μαζευτούν κρυφά σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και να συμφωνήσουν τις τιμές. Ξέρουν από μόνοι τους ότι αν ξεκινήσουν έναν «πόλεμο χαμηλών τιμών», στο τέλος θα χάσουν όλοι κέρδη. Έτσι, οι τιμές μένουν ψηλά, με μια σιωπηρή, σχεδόν αυτόματη συνεννόηση. Είναι αυτό που οι οικονομολόγοι περιγράφουν με περίπλοκες θεωρίες, αλλά εμείς το ζούμε απλά στην καθημερινότητά μας:
​Πανάκριβο ίντερνετ και κινητή τηλεφωνία.
​Τραπεζικές προμήθειες ακόμα και για να δεις το υπόλοιπό σου.
​Λογαριασμοί ρεύματος που σε πιάνει πονοκέφαλος.
​Καλάθια του σούπερ μάρκετ που κάθε βδομάδα αδειάζουν και κοστίζουν περισσότερο.
​Στις τηλεπικοινωνίες, είμαστε σταθερά από τους πιο ακριβούς στην Ευρώπη, παρόλο που οι μισθοί μας είναι από τους χαμηλότερους. Στις τράπεζες, αν αφήσεις τα λεφτά σου σου δίνουν ψίχουλα, αλλά αν ζητήσεις δάνειο σε γδέρνουν. Στην ενέργεια, αν ανέβει η διεθνής τιμή το βλέπεις στο λογαριασμό σου την επόμενη μέρα, αν πέσει όμως, χρειάζονται μήνες για να φανεί η διαφορά. Η αγορά λειτουργεί, ναι, αλλά σίγουρα δεν λειτουργεί προς όφελός μας.
​4. Τι κάνουν στο εξωτερικό;
​Οι πιο ισχυρές καπιταλιστικές χώρες του κόσμου δεν είδαν ποτέ τον ελεύθερο ανταγωνισμό σαν μια θεωρητική πολυτέλεια. Τον είδαν ως θεμέλιο της ίδιας της δημοκρατίας τους.
​Στην Αμερική, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, το κράτος δεν δίστασε να σπάσει στα δύο τον κολοσσό της Standard Oil του Ροκφέλερ. Θεώρησαν ότι αν ένας άνθρωπος ή μια εταιρεία ελέγχει όλο τον πλούτο, κινδυνεύει η ίδια η δημοκρατία. Το ίδιο έκαναν αργότερα και με το μονοπώλιο των τηλεπικοινωνιών της AT&T, ανοίγοντας τον δρόμο για να γεννηθεί η τεχνολογική έκρηξη που ξέρουμε σήμερα.
​Στην Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ρίχνει τακτικά πρόστιμα δισεκατομμυρίων σε μεγαθήρια όπως η Google, η Apple και η Microsoft, ακριβώς επειδή ξέρει ότι η υπερβολική δύναμη πνίγει την αγορά.
​Αυτό είναι το μεγάλο μάθημα που ξεχνάμε στην Ελλάδα: Πραγματική ελεύθερη αγορά δεν σημαίνει «δεν υπάρχουν κανόνες και ο καθένας κάνει ό,τι θέλει». Σημαίνει ότι υπάρχουν αυστηροί κανόνες που εμποδίζουν τους λίγους να γίνουν παντοδύναμοι. Χωρίς αυτούς τους κανόνες, η αγορά μετατρέπεται σε ένα σύστημα προνομίων για λίγους.
​5. Η ακρίβεια είναι ζήτημα δημοκρατίας
​Η κουβέντα για την ακρίβεια δεν αφορά μόνο τα μαθηματικά και τους προϋπολογισμούς. Είναι μια βαθιά πολιτική και κοινωνική κουβέντα.
​Όταν ελάχιστοι άνθρωποι ελέγχουν τα πάντα, δεν ορίζουν απλώς τις τιμές. Ορίζουν τις ζωές μας. Ο πολίτης αρχίζει να νιώθει εγκλωβισμένος. Νιώθει ότι δεν έχει επιλογές, ότι δεν μπορεί να αντιδράσει, ότι όποιον πάροχο κι αν διαλέξει το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο.
​Κι όταν ένας κόσμος νιώθει ότι είναι παγιδευμένος και ότι το οικονομικό σύστημα τον αδικεί, αυτή η απογοήτευση δεν μένει εκεί. Μετατρέπεται σε οργή και δυσπιστία προς την ίδια την πολιτική, προς το κράτος, προς τους θεσμούς. Η ιστορία έχει δείξει ότι οι κοινωνίες δεν αποσταθεροποιούνται μόνο από τη φτώχεια, αλλά κυρίως από το αίσθημα της βαθιάς αδικίας.
​6. Πώς αλλάζει αυτό;
​Η λύση δεν είναι να αρχίσουμε να φωνάζουμε κατά της επιχειρηματικότητας ή της αγοράς. Η λύση είναι να κάνουμε την αγορά να δουλέψει σωστά. Και αυτό θέλει συγκεκριμένα βήματα:
​Μια Επιτροπή Ανταγωνισμού με «δόντια»: Που θα είναι πραγματικά ανεξάρτητη, θα κινείται γρήγορα και δεν θα φοβάται να βάλει τσουχτερά πρόστιμα εκεί που πρέπει.
​Να γκρεμίσουμε τα εμπόδια για τους νέους: Λιγότερη γραφειοκρατία, ψηφιακές διαδικασίες εξπρές και ένα σταθερό περιβάλλον, ώστε ένας νέος άνθρωπος με μια καλή ιδέα να μπορεί να σταθεί στα πόδια του.
​Ανοιχτές υποδομές: Το δίκτυο του ρεύματος, των τηλεπικοινωνιών και των μεταφορών δεν μπορεί να είναι το «κάστρο» των παλιών παικτών. Πρέπει να είναι προσβάσιμο σε όποιον θέλει να μπει και να προσφέρει κάτι καλύτερο ή φθηνότερο.
​Καθαρά χαρτιά στις τιμές: Να βλέπουμε ξεκάθαρα και δημόσια τι πληρώνουμε εμείς στην Ελλάδα και τι πληρώνουν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι για το ίδιο προϊόν. Η διαφάνεια είναι το καλύτερο φάρμακο κατά της αισχροκέρδειας.
​Στήριξη στη μικρομεσαία επιχείρηση: Καμία οικονομία δεν κράτησε στον χρόνο όταν βασιζόταν μόνο σε 4-5 μεγάλους ομίλους. Η ραχοκοκαλιά μας ήταν και πρέπει να παραμείνει ο μικρός και ο μεσαίος επιχειρηματίας.
​Το τελικό ερώτημα δεν είναι αν είμαστε «με το κράτος» ή «με την αγορά». Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η αγορά λειτουργεί για την κοινωνία ή για να μαζεύεται ο πλούτος σε 5-10 χέρια.
​Μια οικονομία δεν γίνεται πιο ελεύθερη όταν λιγοστεύουν οι παίκτες. Γίνεται απλώς πιο άνετη για τους λίγους και πανάκριβη για τους πολλούς. Και η μεγαλύτερη πρόκληση για τα επόμενα χρόνια είναι ακριβώς αυτή: να φτιάξουμε μια οικονομία ανοιχτή και δίκαιη. Όχι στα λόγια και στις θεωρίες, αλλά στην καθημερινότητα και στην τσέπη του κάθε πολίτη.

Previous
Previous

Προς τα που και πόσο ... το πάει...ο Κόκκαλης?

Next
Next

Η “Νόμιμη Μοίρα” ως συχνός λόγος δικαστικών αντιπαραθέσεων